Οι νέοι δασμοί που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, επιβάλλοντας 20% σε όλα τα προϊόντα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και έως 34% σε εκείνα από την Κίνα, προκάλεσαν άμεσες αντιδράσεις από αγορές, θεσμούς και πολιτικούς ηγέτες. Ωστόσο, μια επιφανειακή προσέγγιση που βλέπει το μέτρο ως «απλώς προστατευτισμό» παραγνωρίζει την πραγματική του φύση: οι δασμοί Τραμπ δεν φαίνεται ότι αποτελούν απλώς ένα εμπορικό μέτρο – «σοκ», αλλά μέρος μιας πολύ πιο σύνθετης γεωοικονομικής στρατηγικής με πολιτικές και διεθνείς στοχεύσεις.
Του Νάσου Χατζητσάκου
Η ρητορική του «America First» δεν είναι νέα. Από την πρώτη του θητεία, ο Τραμπ έδειξε ξεκάθαρα ότι θεωρεί πως όπου κερδίζει η Κίνα ή η Ε.Ε., η Αμερική χάνει. Με αυτή την οπτική, δεν αναζητά εξισορρόπηση μέσω κανόνων και θεσμών, αλλά μέσω ισχύος, απειλής και διαπραγμάτευσης. Οι δασμοί μοιάζουν να αποτελούν εργαλεία τακτικής, και όχι πολιτικής σταθερότητας.
Σε καθαρά οικονομικούς όρους, η επιλογή είναι οριακά αντιπαραγωγική, σύμφωνα με τους περισσότερους αναλυτές. Μια παρατεταμένη δασμολογική σύγκρουση μπορεί να κοστίσει στο ΑΕΠ των ΗΠΑ περίπου 0,5% ετησίως. Ο πληθωρισμός αναμένεται να ενισχυθεί, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα -λόγω μείωσης εσόδων και αύξησης κοινωνικών δαπανών- κινδυνεύει να διευρυνθεί. Αντί για ένα πιο ισχυρό δολάριο, οι αγορές «βλέπουν» αυξημένη μεταβλητότητα και επενδυτές οι οποίοι, πλέον, αναζητούν ασφαλή καταφύγια.
Γιατί, λοιπόν, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ επιμένει σε μια στρατηγική που ενδέχεται να βλάψει την ίδια την οικονομία του; Η απάντηση ίσως να «κρύβεται» πίσω από την πολιτική και γεωστρατηγική αποτίμηση των μέτρων. Ο Ντόναλντ Τραμπ γνωρίζει πολύ καλά το εκλογικό του κοινό: την εργατική τάξη των Μεσοδυτικών Πολιτειών που υπέφερε από την παγκοσμιοποίηση, είδε τα εργοστάσια να κλείνουν και τις χιλιάδες θέσεις απασχόλησης να μεταφέρονται σε Κίνα και Μεξικό. Ετσι, με τους δασμούς ο Πρόεδρος των ΗΠΑ στέλνει ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα στο εσωτερικό της χώρας του: «Προστατεύω τις δουλειές σας και “τιμωρώ” όσους σας πήραν τα εργοστάσια».
ΔΙαπραγμάτευση
Η στρατηγική αυτή βασίζεται, επίσης, στη λογική της «σοκ διαπραγμάτευσης». Όπως ο ίδιος έχει δηλώσει κατ’ επανάληψη, «ξεκινάς με ένα ακραίο αίτημα για να αναγκάσεις τον άλλον να καθίσει στο τραπέζι και να σου δώσει κάτι». Οι δασμοί, φυσικά, μάλλον δεν είναι το τελικό όπλο. Είναι, όπως φαίνεται, το πρώτο βήμα για επαναδιαπραγμάτευση όρων, κανόνων και συσχετισμών.
Σε γεωοικονομικό επίπεδο, ο Ντ. Τραμπ επιδιώκει να αναδιαμορφώσει το διεθνές εμπόριο, όχι με πολυμερή σχήματα τύπου ΠΟΕ, αλλά με διμερείς συμφωνίες ούτως ώστε η υπεροχή των ΗΠΑ να είναι αδιαμφισβήτητη. Επιπλέον, επιχειρεί να μειώσει την εξάρτηση από κινεζικές εισαγωγές, όχι μόνο για λόγους ανταγωνιστικότητας, αλλά και για λόγους τεχνολογικής και γεωπολιτικής κυριαρχίας.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι κρίσιμο το ερώτημα, όχι εάν οι δασμοί Τραμπ θα πετύχουν αλλά τι σημαίνει «επιτυχία» για τον Πρόεδρο των ΗΠΑ. Αν ο ορισμός της «επιτυχίας» των μέτρων οριστεί με όρους γεωστρατηγικής υπεροχής και πολιτικής συσπείρωσης, τότε ίσως το σχέδιο να λειτουργεί ακριβώς όπως σχεδιάστηκε.