Η νέα μελέτη της Alpha Bank, που ανήκει στη σειρά “Sectors in Focus”, εξετάζει τον κλάδο των ορυχείων και λατομείων, εστιάζοντας στην εξορυκτική βιομηχανία και την παραγωγή πρώτων υλών στην Ελλάδα. Η ανάλυση περιλαμβάνει τη δομή και τη δυναμική της εγχώριας εξορυκτικής δραστηριότητας, ενώ εξετάζονται οι προοπτικές του κλάδου, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της μετάβασης σε πιο βιώσιμες και περιβαλλοντικά υπεύθυνες πρακτικές.
Η στρατηγική του κλάδου
Ο κλάδος των ορυχείων και λατομείων στην Ελλάδα περιλαμβάνει την εξόρυξη φυσικών πόρων σε διάφορες μορφές: στερεές, υγρές και αέρια. Αν και ο κλάδος έχει μειωμένη συμβολή στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της οικονομίας, η παραγωγή του εξακολουθεί να έχει αυξητική τάση. Το 2022, η αξία της παραγωγής σημείωσε σημαντική άνοδο, γεγονός που δείχνει πως παρά την πτώση της αποδοτικότητας, η ζήτηση παραμένει ισχυρή.
Η εξορυκτική βιομηχανία της χώρας απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές, εξοπλισμό και εξορυκτικές δραστηριότητες, γεγονός που δημιουργεί υψηλά εμπόδια εξόδου για τις επιχειρήσεις του κλάδου. Αν και η πανδημία COVID-19 είχε αρνητική επίδραση στις επενδύσεις το 2020, η οικονομία του κλάδου ανέκαμψε το 2022, με αυξημένες επενδύσεις και βελτιωμένη παραγωγή.
Εξόρυξη πρώτων υλών και δυναμική αγοράς
Ο κλάδος εξόρυξης στην Ελλάδα επικεντρώνεται κυρίως σε μη μεταλλικά ορυκτά, όπως ασβεστόλιθος, γύψος και διακοσμητικοί λίθοι, τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως στις κατασκευές. Τα μεταλλεύματα, που περιλαμβάνουν μέταλλα απαραίτητα για βιομηχανικές και κατασκευαστικές εφαρμογές, αποτελούν μικρότερο ποσοστό της εξόρυξης, ωστόσο παραμένουν σημαντικά για την εξαγωγική δραστηριότητα της χώρας.
Το 2023, η εγχώρια εξόρυξη ορυκτών πρώτων υλών ανήλθε σε 73.917 χιλιάδες τόνους, σημειώνοντας μείωση σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Η Ελλάδα, ωστόσο, διατηρεί ισχυρές θέσεις στις διεθνείς αγορές, καθώς είναι κορυφαία στην παραγωγή περλίτη, μπεντονίτη και βωξίτη στην ΕΕ-27 και κατατάσσεται υψηλά σε παγκόσμιο επίπεδο σε παραγωγή άλλων πρώτων υλών, όπως νικέλιο και μαγνησίτη.
Βιωσιμότητα και περιβαλλοντική πολιτική
Η εξορυκτική βιομηχανία της Ελλάδας έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στη μείωση του περιβαλλοντικού της αποτυπώματος. Από το 2012 έως το 2022, τα απόβλητα του κλάδου μειώθηκαν κατά 93%, ενώ οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τη βιομηχανία περιορίστηκαν κατά 76%. Η μετάβαση από τον λιγνίτη σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχει οδηγήσει στο κλείσιμο 21 λιγνιτωρυχείων και στη στροφή προς την ανάπτυξη έργων ΑΠΕ στις πρώην εξορυκτικές περιοχές.
Η βιώσιμη ανάπτυξη στον τομέα των ορυχείων και λατομείων απαιτεί την εφαρμογή αρχών κυκλικής οικονομίας, που περιλαμβάνει τη μείωση των αποβλήτων και την ανάκτηση προϊόντων μέσω της επανεξόρυξης υπολειμμάτων. Ο στόχος είναι η μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος και η ενίσχυση της αποδοτικότητας των πρώτων υλών.
Οι νέες προκλήσεις και προοπτικές
Ο κλάδος των ορυχείων και λατομείων στην Ελλάδα αντιμετωπίζει προκλήσεις, καθώς οι μεταβαλλόμενες στρατηγικές εξόρυξης και οι περιβαλλοντικοί κανονισμοί επηρεάζουν την οικονομική του δραστηριότητα. Η ανάγκη για βιώσιμη ανάπτυξη και η προσαρμογή στις απαιτήσεις της κλιματικής αλλαγής αποτελούν κρίσιμες προτεραιότητες για την εξορυκτική βιομηχανία.
Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει περαιτέρω τα ενεργειακά και μεταλλευτικά της αποθέματα, ενώ η στρατηγική ενίσχυσης της πράσινης μετάβασης και της κυκλικής οικονομίας αναμένεται να παίξει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του κλάδου τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, η πλήρης αξιοποίηση των ανεκμετάλλευτων κοιτασμάτων και η βελτίωση της διαχείρισης των φυσικών πόρων αποτελούν προκλήσεις που απαιτούν συνεχιζόμενες επενδύσεις και συνεργασίες μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.